Ιστορικό Κτηρίου

 

Το Εθνικό Τυπογραφείο στεγάζεται σε ιδιόκτητο νεοκλασικό κτήριο από το 1905 - σε οικόπεδο έκτασης περίπου 3.000 τ.μ., δωρεάς του Ιωάννη Χαλκοκονδύλη στο ελληνικό Δημόσιο - και εκτείνεται κάθετα και οριζόντια σε χώρους συνολικής επιφάνειας 7.500 τ.μ. 

Σημαντικό γεγονός στην ιστορία κατασκευής του κτηρίου στην οδό Καποδιστρίου 34 αποτελεί η κατάθεση νομοσχεδίου, από τους Υπουργούς Οικονομικών Α.Ν. Σιμόπουλο και Εσωτερικών Γ.Θεοτόκη,  κατά τη Β΄ Σύνοδο της ΙΕ΄ περιόδου της Βουλής του 1901, το οποίο προέβλεπε την κατασκευή δημοσίων κτηρίων μεταξύ των οποίων και η κατασκευή νέου κτηρίου για το Εθνικό Τυπογραφείο. 

Το έργο ανέλαβε (ύστερα από μειοδοτικό διαγωνισμό) το τεχνικό γραφείο Καπερώνη – Βρυζάκη, τα δε σχέδια εκπόνησε ο μηχανικός δημοσίων έργων Κων. Βελλίνης. Η κατασκευή του κτηρίου ολοκληρώθηκε το 1905.

Επιτροπή αποτελούμενη από υπηρεσιακούς παράγοντες ανέλαβε να αποτυπώσει τις ανάγκες σε υλικοτεχνική υποδομή και να ρυθμίσει τις διαδικασίες μετεγκατάστασης του Εθνικού Τυπογραφείου, από το κτήριο επί των οδών Σανταρόζα και Σταδίου γωνία, όπου είχε εγκατασταθεί αρχικά όταν μεταφέρθηκε η έδρα του στην Αθήνα το 1835, στην οδό Καποδιστρίου. (Στο κτήριο αυτό, μετά την μεταφορά του Εθνικού Τυπογραφείου στεγάσθηκαν για κάποιο διάστημα δικαστήρια).

Η μετεγκατάσταση του Εθνικού Τυπογραφείου στο κτήριο της οδού Καποδιστρίου 34 ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1907 και από τις 16 Αυγούστου η Εφημερίδα της Κυβέρνησης τυπώνεται στις νέες εγκαταστάσεις. 

Η τυπολογία του κτηρίου είχε τη μορφή των δύο κάθετων σκελών τα οποία συνδέονταν μεταξύ τους με «λαιμό» όπου στο κέντρο δέσποζε μία μεγαλόπρεπη σιδερένια εξωτερική πόρτα προς την οδό Καποδιστρίου με μεταξύ τους κενό χώρο (αυλή-αίθριο).  

Με το από 11 Νοεμβρίου 1923  Ν. Διάταγμα «περί επεκτάσεως κλπ. του καταστήματος του Εθνικού Τυπογραφείου και Σφραγιστηρίου»" (Φ.Ε.Κ. 358/Α/1923), εγκρίνεται η επέκταση, συμπλήρωση και επισκευή του καταστήματος του Εθνικού Τυπογραφείου και Σφραγιστηρίου. Εγκρίθηκε επίσης και η προμήθεια μηχανημάτων, αναγκαίων για τη λειτουργία του. Τον Μάιο του 1925 το έργο της επέκτασης δημοπρατήθηκε. Η επέκταση αφορούσε στην κατασκευή συμπληρωματικού κτηρίου στην, παράλληλη της οδού Καποδιστρίου, οδό Σολωμού όπου τα δύο αρχικά κατασκευασμένα σκέλη θα συνδέονταν μεταξύ τους, δημιουργώντας ένα κτίσμα σχήματος κεφαλαίου «Π», διατηρώντας στο κέντρο τους το αίθριο. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν στα τέλη του 1927 και το κτήριο πλέον λαμβάνει τη μορφή που βλέπουμε (εξωτερικά τουλάχιστον) ακόμη και σήμερα.

Το Εθνικό Τυπογραφείο παρέμεινε με τη μορφή την οποία απέκτησε το 1927-1928 με μικρής κλίμακας παρεμβάσεις που αφορούσαν περισσότερο αλλαγές στη λειτουργία των εσωτερικών χώρων και σε δημιουργία χώρων υγιεινής, μέχρι το 1985. 

Τότε η Υπηρεσία μας άλλαξε τη βασική τεχνολογία της και αυτό μοιραία επέφερε και αλλαγές και διαμορφώσεις στο κτήριο κυρίως στον α΄ όροφο του σκέλους προς την οδό Πατησίων και στον α΄ όροφο του κτηρίου της οδού Σολωμού. Οι τεράστιες αίθουσες της στοιχειοθεσίας διαμορφώθηκαν σε χώρους των τμημάτων φωτοστοιχειοθεσίας και σε τμήματα της διαδικασίας προεκτύπωσης. 

Με το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του 1997 ο α΄ όροφος του κτηρίου προς την οδό Σολωμού έλαβε τη σημερινή μορφή του και κατασκευάστηκαν αποδυτήρια και χώροι υγιεινής στο τμήμα του ισογείου που συνδέει τις αίθουσες πιεστηρίων και βιβλιοδεσίας.

Ο σεισμός της Πάρνηθας του 1999 έπληξε το κτήριο του Εθνικού Τυπογραφείου, εξ αιτίας της έντασής του αλλά και του τρόπου κατασκευής της εποχής (1905-λιθοδομή).  Το γεγονός αυτό αποτέλεσε το έναυσμα για την επισκευή και ανακαίνιση όλου του κτηρίου αλλά και για την αναδιάταξη των εσωτερικών χώρων σύμφωνα με τις σύγχρονες λειτουργικές ανάγκες, διατηρώντας όλα τα μορφολογικά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά των αρχικών σχεδίων όλων των όψεων.

H πρόσβαση ατόμων με κινητική αναπηρία είναι εφικτή σε όλους τους χώρους του Εθνικού Τυπογραφείου.